powered by Agones.gr - opap
forum manteio

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

Κρυονέρι (Λίμποβο) Θεσπρωτίας






Απολαύστε τα video


























Κρυονέρι-Λίμποβο
Το Κρυονέρι (ή "Κρυονέριον") είναι ελληνικό ορεινό χωριό του δήμου Φιλιατών της περιφέρειας Ηπείρου (Σχέδιο Καλλικράτης). Παλαιότερα ανήκε στην άλλοτε επαρχία Φιλιατών του νομού Θεσπρωτίας. Από το 1999 έως το 2010 σύμφωνα με την τότε διοικητική διαίρεση της Ελλάδας αποτελούσε έδρα κοινότητας του δήμο Φιλιατών. Από 1 Ιανουαρίου 2011 αποτελεί ιδία έδρα της ομώνυμης τοπικής κοινότητας, της δημοτικής ενότητας Φιλιατών, του ομώνυμου Δήμου.
Βρίσκεται σε απόσταση περίπου 35 χλμ. ΒΑ. από την Ηγουμενίτσα και περίπου 60 χλμ. από τα Ιωάννινα παρά τους πρόποδες της Βελούσας σε υψόμετρο περίπου 350 μ. Πρόκειται για χωριό, ο πληθυσμός του οποίου, ασχολούμενος κυρίως με την μικροκτηνοτροφία και τη γεωργία, το 1928 αριθμούσε 277 κατοίκους, διαθέτοντας δημοτικό σχολείο. Το 2001 το χωριό αριθμούσε 40 κατοίκους.
Εκκλησιαστικά υπάγεται στη Μητρόπολη Παραμυθίας, Φιλιατών, Γηρομερίου και Πάργας. Η εκκλησία του χωριού είναι αφιερωμένη στη Κοίμηση της Θεοτόκου.

Αδελφότητα Λιμπόβου Αθήνας
Πάνε τέσσερις σχεδόν δεκαετίες από τότε που είκοσι δύο Λιμποβίτες, μόνιμοι κάτοικοι Αθηνών, αποϕάσισαν την 20 Μαΐου 1975 την ίδρυση της Αδελϕότητας Κρυονερίου (Λιμπόβου) «Καλόγερος Σαμουήλ» με έδρα την Αθήνα. Λίγο αργότερα εγκρίθηκε με απόϕαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το καταστατικό της αδελϕότητάς μας. Το έτος 2008 τροποποιήθηκε το καταστατικό μας και μεταϕέρθηκε η έδρα της αδελϕότητάς μας στο Λίμποβο, ενώ προβλέϕθηκε ότι μέλη της αδελϕότητάς μας μπορεί να είναι και οι συγχωριανοί μας που δεν κατοικούν μόνιμα στην Αθήνα, πράγμα που απαγορευόταν ρητά μέχρι τότε από το προηγούμενο καταστατικό.
Η πρώτη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών της αδελϕότητάς μας έλαβε χώρα την 21-3-1976, κατά την οποία εκλέχθηκε το πρώτο επταμελές Διοικητικό Συμβούλιο υπό τον πρόεδρό του Αριστείδη Μαρκατσέλη, που συγκροτήθηκε ως σώμα την 4-4-1976. Τόσο το διοικητικό συμβούλιο υπό την προεδρία του Αριστείδη Μαρκατσέλη, όσο και τα επόμενα διοικητικά συμβούλια που ανέλαβαν στη συνέχεια τη διοίκηση της αδελϕότητας μας, υπό την προεδρία (κατά τη σειρά της θητείας τους) των Ελευθερίου Καίσαρη, Ιωάννη Στεργίου, Κωνσταντίνου Ντούρου, Δημητρίου Μαγγόπουλου, Σωτηρίου Ζιάκα, Γρηγορίου Ζιάκα και Γεωργίου Ντούρου) εργάστηκαν με πολύ ζήλο, αυταπάρνηση και αποϕασιστικότητα για την ευόδωση των σκοπών της αδελϕότητάς μας.
Η αδελϕότητά μας είναι σήμερα μέλος της Ομοσπονδίας Μουργκάνας, καθώς και μέλος της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδας, διατηρεί δε αδερϕικές σχέσεις με τις περισσότερες αδελϕότητες και συλλόγους που δραστηριοποιούνται στην περιοχή της Μουργκάνας.
Η αδελϕότητά μας από την ίδρυσή της αγωνίστηκε και αγωνίζεται, κάτω από δύσκολες συνθήκες, να κρατήσει ζωντανό το χωριό μας. Κλείνει αισίως 40 χρόνια συνεχούς δράσης και προσϕοράς και έχει να επιδείξει μεγάλο και σπουδαίο έργο. Η διάνοιξη δρόμων (παρακλαδίων), η κατασκευή αρδευτικών έργων, η τοποθέτηση κεντρικής κεραίας αναμετάδοσης τηλεόρασης, η τοποθέτηση πινακίδων σήμανσης, η κατασκευή στάσεων λεωϕορείου, η οικονομική ενίσχυση αναξιοπαθούντων συγχωριανών μας, η συμβολή για τη διαμόρϕωση των εξωτερικών χώρων του Ι.Ν. της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, το ετήσιο πανηγύρι τον δεκαπενταύγουστο στο χωριό μας, η έκδοση ημερολογίων, η οργάνωση εκδρομών και ϕυσικά η ανέγερση του ξενώνα μας που αποτελεί το κόσμημα του χωριού μας και ανεγέρθηκε επί προεδρίας Σωτηρίου Ζιάκα, αποτελούν μερικά μόνο από τα σημαντικά έργα και δραστηριότητες της αδελϕότητάς μας.
Και στις μέρες μας όμως η Αδελϕότητά μας δεν παραμένει αδρανής, αλλά είναι παρούσα και συνεχίζει να αγωνίζεται για το χωριό μας. Οι πρόσϕατες ενέργειές μας, όπως η ανέγερση της πέτρινης βρύσης, η ανέγερση πέργκολας στο παρεκκλήσι του Αϊ Λιά, τα συνεχή και έντονα διαβήματα προς τη Νομαρχία Θεσπρωτίας για την έγκριση κονδυλίων για την ανακαίνιση του σχολείου μας, ο εξωραϊσμός του ξενώνα μας και η αντικατάσταση του εξοπλισμού του (που έγιναν επί προεδρίας Γρηγορίου Ζιάκα), αλλά και η αποκατάσταση του κοινόχρηστου ϕωτισμού στο χωριό μας, η συμβολή μας στην ανάπλαση της πλατείας του χωριού μας, η δωρεάν διανομή στους μαθητές και ϕοιτητές που κατάγονται από το χωριό μας, του βιβλίου «Ό,τι θυμιέμαι» του Αποστόλη Ζέρβα, και στα μικρότερα παιδιά μπλουζών και καπέλων με την επιγραϕή «Αγαπώ το Λίμποβο», καθώς και η δωρεάν διανομή σε όλους του συγχωριανούς μας ημερολογίων, αποτελούν δείγματα της συνεχούς προσπάθειας της αδελϕότητάς μας.
























Αρχαίοι Οικισμοί στην Μουργκάνα

Οι οικισμοί της περιοχής Μουργκάνας χρονολογούνται στην κλασική (480 -325 π.Χ.) και την ελληνιστική περίοδο (325-168 π.Χ.). Συνεχίζουν να κατοικούνται - παρά τις καταστροφές από την κατάκτηση- και κατά τη ρωμαϊκή περίοδο (168 π. Χ. -4/6ος αι. μ. Χ.).

Περιηγούμενοι την περιοχή και ακολουθώντας από ανατολικά την πορεία της αμαξιτής οδού Κοκκινολιθάρι - Κεραμίτσα - Ραβενή - Λεπτοκαρυά - Λίστα - Γλούστα - Λια - Τσαμαντά - Πόβλα, εντοπίζομε τους παρακάτω οικισμούς, πολίχνες και αρχαιολογικούς χώρους της κλασικής και ελληνιστικής εποχής.
Λιθαρόστρουγκα: Ανηφορίζοντας από τον Άη - Μηνά στο Κοκκινολιθάρι τον ελικοειδή δρόμο, λίγο πριν την Πρέσπα, αριστερά από τον πρώτο αυχένα, ξεπροβάλλει μια στενόμακρη, φύσει οχυρή, σχεδόν γυμνή, ασβεστολιθική ράχη, όπου και ένα εξωκκλήσι, της Αγίας Παρασκευής. Στο ψηλότερο σημείο της διατηρούνται λείψανα αρχαίου κάστρου, με περίμετρο 600 περίπου μέτρων, με μικρό ορθογώνιο πύργο. Το τείχος διατηρείται καλύτερα κοντά στην εκκλησία, λίθοι του οποίου χρησιμοποιήθηκαν για το χτίσιμό της. Υπάρχουν διάσπαρτα ελληνικά όστρακα.
Βίγλα Κεραμίτσας: Η ονομασία από το λατινικό ρήμα viglo=αγρυπνώ, εποπτεύω, φρουρώ. Βρίσκεται δεξιά του δρόμου Κεραμίτσας - Ραβενής, μπροστά στη διακλάδωση προς το Μαλούνι. Πάνω σ΄έναν επίκαιρο κωνικό ασβεστολιθικό λόφο απ΄όπου οι κάτοικοι - φύλακες επόπτευαν το φυσικό και αναγκαίο πέρασμα - δίοδο προς και από τη Ραβενή και τη χώρα των Μολοσσών και ευρύτερα την Ηπειρωτική ενδοχώρα, μετακινούμενοι από και προς τα θεσπρωτικά παράλια. Το τούρκικο ντερβένι την ίδια πορεία ακολουθούσε, όπως και τα κοπάδια των Σαρακατσαναίων. Στην κορυφή του λόφου υπάρχουν ερείπια αρχαίας ακρόπολης. Τούτο προϋποθέτει την ύπαρξη παρακείμενης κώμης ή μικρού οικισμού. Πιθανόν, ο επίκαιρος και στρατηγικός αυτός λόφος να χρησιμοποιούνταν και ως φρυκτωρία, που ανήκε σε ένα συνολικότερο δίκτυο φρυκτωριών στην ευρύτερη περιοχή, καθόσον έχει οπτική επαφή και με την Λιθαρόστρουγκα - Μουργκάνα και με την Ραβενή, Δωδώνη και Μολοσσία. Οι φρυκτωροί, που εφύλασσαν τα υψώματα αυτά, διεβίβαζαν με τις φωτιές, τους πυρσούς και τον καπνό, πληροφορίες για επερχόμενο εχθρό ή πρόσφεραν και άλλες «τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες».


Η ιστορία της Μουργκάνας
Στα ελληνο-αλβανικά σύνορα, στον ορεινό όγκο της Μουργκάνας που βρίσκεται στο βόρειο και πιο άγονο τμήμα του Δήμου Φιλιατών, είναι σκαρφαλωμένα σαν αετοφωλιές τα χωριά μας.
Ιστορικά γεγονότα και μύθοι μπλέκονται, αφού παραμένουν ακόμα ανεξερεύνητα τα όσα - και είναι πολλά - άφησε ο αρχαίος πολιτισμός στην περιοχή. Το Κάστρο στο Γαρδίκι ή «Πύργος της Μονοβύζας», Βασίλισσας των Ιλλυριών (231 π.Χ.) και ο μύθος της που είναι ζωντανός ακόμα και σήμερα, το Κάστρο της Ραβενής όπου σύμφωνα με εκτιμήσεις ορισμένων ιστορικών πρόκειται για την τοποθεσία που ήταν κτισμένη η αρχαία πόλη Φάνοτα ή Φανωτή, η σημερινή Μπράνια που βρίσκεται εκεί που πιθανά ήκμασε το ξακουστό Βρυάνιο με συμμετοχή στην εκστρατεία του Πύρρου στην Ιταλία (280-270 π. Χ.), αλλά και η τυχαία ανακάλυψη του κιβωτιόσχημου τάφου στο Κεφαλοχώρι (Γλούστα) το 1993, γεμάτου με πολλά και αξιόλογα κτερίσματα της Ελληνιστικής Εποχής (250-300 π. Χ.) είναι μερικά στοιχεία, από τα πολλά, που αποδεικνύουν την παρουσία της περιοχής στον αρχαίο ελληνικό κόσμο.


Σύμφωνα με κάποιες ιστορικές εκτιμήσεις οι οχυρωμένοι οικισμοί της περιοχής καταστράφηκαν από τον Ρωμαίο Στρατηγό Αιμίλιο Παύλο Β περί το 168 π.Χ. (Hammond) μετά την ήττα του Βασιλιά της Μακεδονίας Περσέως στην Πύδνα της Μακεδονίας και σε αντίποινα της καταστροφής που είχε προξενήσει ο Βασιλιάς Πύρρος της Ηπείρου κατά την εκστρατεία του στην Ιταλία. Κατ΄ άλλους, η Θεσπρωτία δεν φαίνεται να είχε πληγεί τόσο πολύ από τους Ρωμαίους όσο η χώρα των Μολοσσών(σημερινή περιοχή Ιωαννίνων), για την οποία υπάρχουν γραπτά του λατίνου ιστορικού Τίτου Λίβιου.
Από το 400 μ.Χ. άρχισαν από τη Δύση οι εισβολές Γότθων, Βισηγότθων, κ.ά. που συνεχίστηκαν για πολύ καιρό και σίγουρα προκάλεσαν καταστροφές στην περιοχή. Η διατήρηση πολλών λέξεων και τοπωνυμίων σλαβικής προέλευσης δείχνει ότι οι Σλάβοι κατά την κάθοδό τους (6ος αιώνας) μέχρι και την Πελοπόννησο, εγκαταστάθηκαν και στην περιοχή, τόσο στα σημεία όπου υπήρχε ανέκαθεν κατοίκηση όσο πιθανά και σε νέα.
Το νήμα των πιο συγκεκριμένων ιστορικών μαρτυριών για την περιοχή πιάνεται ξανά στον 7ο αιώνα, όπου τοποθετείται η απαρχή της Μονής Γηρομερίου, η οποία καταστράφηκε κατά τον 9ο αιώνα για να κτιστεί στη θέση της από τον Όσιο Νείλο η σημερινή Μονή, στις αρχές του 14ου αιώνα, μεταξύ του 1310 - 1320. Στην ίδια περίοδο πιθανά έχει την αρχή της και η Εξαρχία Γηρομερίου (σύστημα εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή που ανήκε αμέσως στον Πατριάρχη). 
Στην Εξαρχία Γηρομερίου, με έδρα την ομώνυμη Μονή, ανήκαν δώδεκα ή κατά περιόδους και περισσότερα χωριά της γύρω περιοχής, ανάμεσα στα οποία αναφέρονται στα Πατριαρχικά σιγίλλια (1667, 1733 και 1759): το Λίμποβο (σημερινό Κρυονέρι), η Αράχωβα (σημερινό Ριζό), το Άνω Ξέχωρο, το Κάτω Ξέχωρο και η Κεραμίτσα Επίσης, η ύπαρξη Μετοχίων της Μονής Γηρομερίου σε άλλες θέσεις της περιοχής Μουργκάνας, πολύ κοντά σε χωριά της, μπορεί στο πλαίσιο μιας πιο συστηματικής έρευνας να δώσει περισσότερα στοιχεία για την περίοδο και τον τρόπο ανάπτυξης των οικισμών. Αναφερόμαστε στο Μετόχι Αγίου Μηνά Κοκκινολιθαρίου, το οποίο αναφέρεται σε σιγίλιο του 1667, στο Μετόχι Αγίου Γεωργίου Καμίτσανης, το οποίο σύμφωνα με κάποιες επιγραφές ανοικοδομήθηκε μεταξύ 1758 - 1773, στο Μετόχι Αγίου Αθανασίου Βαβουρίου που επίσης τοποθετείται στον 18ο αιώνα, στο Μετόχι Αγίας Μαρίνας Λύκου (σήμερα Χαραυγή), που σύμφωνα με μία σφραγίδα υπήρχε τουλάχιστον από το 1731.























Από τα παραπάνω σε συνδυασμό με αφηγήσεις που καταγράφηκαν γίνεται η εκτίμηση πως ο τόπος άρχισε να γνωρίζει συγκέντρωση και ανάπτυξη πληθυσμού τον 17ο και κυρίως τον 18ο αιώνα. Από το βιβλίο των Νικ. Α. Σκόπα & Σπ. Λ. Χαραμόπουλου «Ο Αγώνας των 16 χωριών της Επαρχίας Φιλιατών (Ένα Αγροτικό Ξεσήκωμα 1858 - 1930)» αντλούνται πολύ αξιόλογες πληροφορίες για την περιοχή`
« Τότε, μετά το αποτυχημένο κίνημα του Διονυσίου του Σκυλοσόφου στα Γιάννινα (1611-12) και τις τραγικές συνέπειές του για τους Έλληνες, ένα κύμα βίαιου εξισλαμισμού σάρωσε τη δυτική Ήπειρο και τη νότια Αλβανία. Ολόκληρα χωριά στην περιοχή Φιλιατών και Παραμυθιάς, αλλά και στις επαρχίες Δελβίνου και Αργυροκάστρου, αλλαξοπίστησαν. Εκείνοι που αρνήθηκαν ν΄ αλλαξοπστήσουν είχαν να επιλέξουν ανάμεσα στην αυτοεξορία και στην παραμονή στον τόπο τους. Στη δεύτερη περίπτωση γίνονταν κολήγοι...

Στα χρόνια αυτά η περιοχή Μουργκάνας αρχίζει να δέχεται δύο μεγάλα κύματα εποικισμού. Το πρώτο προέρχεται από τα χωριά Άγιος Παντελεήμονας, Μαρκάτι, Λινάτι, Γιάνναρη και άλλα της περιοχής του Δελβίνου...Τότε ολόκληρες οικογένειες, που θέλησαν να διαφυλάξουν την πίστη και την εθνική τους συνείδηση, διάλεξαν το δρόμοτης αυτοεξορίας και βρήκαν ασφαλές καταφύγο στα πανωχώρια της Μουργκάνας, Ασπροκλήσι, Τσαμαντάς, Μπαμπούρι, Λια, Λίστα, Γλούστα, κ.ά.».

Οι συγγραφείς στο συγκεκριμένο σημείο αναφέρουν γραπτή αφήγηση του Οικονόμου Παπαζήση από το χωριό Λια, σύμφωνα με την οποία 42 οικογένειες έφυγαν από το χωριό Μαχαλά του Δελβίνου για να εγκατασταθούν στο Λια το 1732.

Το δεύτερο κύμα επικοιμού αποτέλεσαν οικογένειες που κατοικούσαν νοτιότερα, στα πεδινά και περισσότερο εύφορα εδάφη της επαρχίας Φιλιατών. Είχαν κυνηγηθεί από εκείνους που νωρίτερα είχαν αλλαξοπιστήσει και είχαν καρπωθεί τους κάμπους και τους ελαιώνες, δηλ. τους Αλβανοτσάμηδες.
Σημαντικό γεγονός για την περιοχή στη σκληρή εκείνη περίοδο υπήρξε η παρουσία του εθναποστόλου Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, που περιόδευσε τα χωριά και στήριξε το φρόνημα των κατοίκων τους. Σύμφωνα με έγγραφες μαρτυρίες της εποχής, στη συγκέντρωση στο Γηρομέρι που έγινε στις 16 Απριλίου του 1775, 11.000 άνθρωποι παρακολούθησαν τη διδαχή του Πατροκοσμά. «Σχολειά, χτίστε αδελφοί, ίνα μη οργισθεί Κύριος...». Την περιοδεία του Αγίου Κοσμά από τα Πανοχώρια της Μουργκάνας καταγράφει ο εφημέριος του Τσαμαντά παπα Δημήτρης που σημειώνει σε ημερολόγιο την παρουσία του στο χωριό στις 5 Ιουνίου1779. Ο Γ. Κούνδουρος γράφει στο «Αλλοτινά κι αξέχαστα» για το πέρασμα του Αγίου τον ίδιο χρόνο από την Πόβλα. Ο Βασ. Κραψίτης στο έργο του «ΘΕΣΠΡΩΤΙΚΑ» αναφέρει ότι ο Κοσμάς ο Αιτωλός πέρασε το 1773 από θεσπρωτικά χωριά, ανάμεσά τους από Τσαμαντά, Λια και Μπαμπούρι.
Οι Νικ. Σκόπας και Σπ. Χαραμόπουλος στο βιβλίο τους αναφέρονται σε αρκετές ιστορικές μαρτυρίες σχετικά με τους αγώνες των κατοίκων των χωριών στην περίοδο της τουρκικής κυριαρχίας όπως, στις προσπάθειες του Αλή πασά να εξουσιάσει την περιοχή και την αντίσταση των Επανωχωριτών, κυρίως των Μπαμπουριωτών και τη συμμετοχή στην Επανάσταση του 1821. Ξεχωριστή μαρτυρία αποτελεί η επιστολή του Διδάσκαλου του Γένους και μέλους της Φιλικής Εταιρείας Αθανασίου Ψαλλίδα προς τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, που παρατίθεται από τους συγγραφείς 
«...Εις την Παρακαλάμιον περιοχήν της Τζαμουριάς όλα τα χωριά είναι πολεμικώτατα, καθώς εδείχτηκαν επί του Αλή πασά, όστις δια να εξουσιάσει την Τζαμουριάν, έπρεπε πρώτα να τραβήξει αυτά τα χριστιανικά χωριά με το μέρος του με ταξίματα. Αυτά τα χωριά είναι, του Τζαμαντά, τουΜπαμπούρη, του Λια, η Λίστα και καθεξής ως την Κακαβιάν του Αργυροκάστρου, οι οοίοι ως αγνοί Έλληνες και πέρυσι πρόσμεναν από τους Σουλιώτες μόνον μπαρούτι και μολύβι, δια να πολεμήσουν δια την ελευθερίαν τους και δεν τους έδωκαν...».
Στα ίδια τα χωριά τους δεν χρειάστηκε να πολεμήσουν οι κάτοικοι της περιοχής. 

«Επί αιώνες ο κατακτητής δεν είχε τολμήσει να πατήσει και πολύ περισσότερο να εγκατασταθεί σ΄αυτά για δυο κυρίως λόγους. Ο ένας ήταν το ανυπόταχτο των κατοίκων. Ο άλλος η διαμόρφωση του ορεινού εδάφους, που τους εξασφάλιζε ένα σχεδόν απροσπέλαστο οχυρό. Έτσι, τετρακόσια χρόνια δουλείας πέρασαν χωρίς να αφήσουν τα σημάδια. Ήταν μια καθαρά ελληνική περιοχή και τέτοια διατηρήθηκε μέχρι την απελευθέρωσή της (1913). Αξίζει εδώ να σημειωθεί η καθαρότητα στη γλωσσική έκφραση των κατοίκων της περιοχής. ...»
Το 1854, οι κάτοικοι των χωριών συμμετείχαν καθολικά στην επανάσταση της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, χωρίς όμως να πετύχουν στον αγώνα τους αυτόν λόγω των πολιτικών επιλογών των μεγάλων δυνάμεων της περιόδου.
Αργότερα ακολούθησε το αγροτικό ξεσήκωμα των 16 χωριών της Μουργκάνας εναντίον των Αγάδων των Φιλιατών που θέλησαν να επιβάλουν την τσιφλικοποίηση της περιοχής. Άρχισε το 1858 και φτάνει στη δραματική του κορύφωση το 1866 με την πορεία 1000 κατοίκων στα Γιάννενα 
«Η περίοδος που ακολουθεί και μέχι την απελευθέρωση, χαρακτηρίζεται από έναν ακήρυκτο πόλεμο ανάμεσα στα αντίπαλα μέρη. Θα σημαδευτεί από την κτηνώδη βία των αγάδων υπό τη σκέπη των τουρκικών αρχών, αλλά και από την πείσμονα αντίσταση των κατοίκων...Ο ακήρυκτος αυτός πόλεμος σημαδεύεται τον ίδιο χρόνο από ένα δραματικό γεγονός. Τον εκούσιο ομαδικό εκπατρισμό πολλών κατοίκων...Εκατόν τριάντα πέντε συνολικά οικογένειες εκπατρίστηκαν την περίοδο αυτή...».
Ο αγώνας των κατοίκων των χωριών συνδέεται στην τελευταία του φάση άμεσα με τους αγώνες απελευθέρωσης της Ηπείρου 1912 - 1913 και την παράλληλη εξουδετέρωση των σχεδίων των αλβανών εθνικιστών να προσαρτήσουν την περιοχή μέχρι τον Καλαμά εν όψει της επικείμενης διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο αγώνας των χωριών της Μουργκάνας συνεχίστηκε και μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου ενάντια στους αγάδες, τους νομικούς τύπους και τις πολιτικές υπαναχωρήσεις, με επικεφαλής το λογοτέχνη Χρήστο Χριστοβασίλη, για να λήξει το 1930 στην αίθουσα του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Οι θυσίες πολλές και το τίμημα μεγάλο αλλά φτωχό το αποτέλεσμα, αφού ακόμα και σήμερα παραμένει άλυτο το ιδιοκτησιακό καθεστώς των χωριών της περιοχής 
Οι κάτοικοι της περιοχής έδωσαν ιδιαίτερο παρόν στο Έπος του ΄40-΄41 και στην Εθνική Αντίσταση. Στην περίοδο του Εμφυλίου, τα βουνά, οι ράχες και οι ρεματιές της Μουργκάνας ποτίστηκαν με πολύ αίμα και πολλά δάκρυα, είδαν πολλά παλικάρια να χάνονται και τον πόνο να περισσεύει. Ήταν ίσως το πιο σκληρό χτύπημα αφού ολοκλήρωσε τη μαζική φυγή των κατοίκων προς τα αστικά κέντρα και κυρίως στην Αθήνα.

Βέβαια ανέκαθεν ο τόπος έδιωχνε τους άνδρες στη ξενιτιά και «το καζάντιο του ξενιτεμένου ήταν από παλιά το κύριο εισόδημα της οικογένειας. Όσοι έμεναν πίσω, ιδροκωπούσαν ν΄ αποσπάσουν τη λίγη τροφή από τις βουνοπλαγιές τις γεμάτες στουρναρόπετρα». Καλαντζήδες, χαλκουργοί, βαενάδες (βαρελοποιοί), αρτεργάτες, αρτοποιοί κι άλλα επαγγέλματα που ασκούσαν με φιλότιμο, εντιμότητα και εργατικότητα σε όλη την Ελλάδα, αλλά και την Αμερική, τη Ρουμανία προπολεμικά ή τη Γερμανία μετά το 1950, τους έδωσαν τη δυνατότητα να ζήσουν τις οικογένειες τους, να δημιουργήσουν περιουσίες και, το σπουδαιότερο, να αναδείξουν σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από άλλες περιοχές πολλούς μορφωμένους ανθρώπους - λογοτέχνες, καλλιτέχνες και επιστήμονες -καταξιωμένους στο χώρο τους.
Παράλληλα οι ξενιτεμένοι, όταν έλλειπαν η επικοινωνία, οι υποδομές και η απασχόληση που οδήγησαν στη φυγή και τον τόπο στην εγκατάλειψη και το μαρασμό, δεμένοι ψυχικά με τον τόπο τους συνέχισαν να δημιουργούν στα χωριά τους σημαντικά έργα ευποιίας με ευεργεσίες και δωρεές.

Από τον τροχό στον τρύγο. Ο Ηπειρώτης οδοντίατρος-οινολόγος της άλλης παραμεθόριου Ελλάδας, της ορεινής Μουργκάνας, Σπύρος Μαρκατσέλης και το μεράκι του.


Κρασί από γνωστές ελληνικές και ξένες ποικιλίες, στις πλαγιές του όρους Φαρμακοβούνι, που έχει αποκτήσει το δικό του φανατικό κοινό

Η παλαίωση του κρασιού γίνεται σε γαλλικά δρύινα βαρέλια και η παραγωγή του είναι περιορισμένη. Κρασί με υπέροχα φρουτώδη αρώματα και με αίσθηση δροσιάς, που κέρδισε τις εντυπώσεις και σε διεθνείς διαγωνισμούς
ΣΤΗΝ άκρη του πουθενά, λίγα χιλιόμετρα απ' την Αλβανία, σε μια μαγευτική τοποθεσία, σε μικρή απόσταση απ' το δάσος Πλατάνων ξεπροβάλλει μια μικρή μονάδα. Είναι του Ηπειρώτη Σπύρου Μαρκατσέλη, οδοντιάτρου στο επάγγελμα, που αντί με τη σύζυγό του, μικροβιολόγο, να μεγαλώσουν τα παιδιά τους με τ' όνειρο της Ιατρικής, τα ώθησαν ν' ασχοληθούν με το επάγγελμα του οινοποιού.
Κρασί από γνωστές ελληνικές και ξένες ποικιλίες, στις πλαγιές του όρους Φαρμακοβούνι, που έχει αποκτήσει το δικό του φανατικό κοινό. Λάτρης του κρασιού απ' τα φοιτητικά του χρόνια, ο 69χρονος σήμερα συνταξιούχος οδοντίατρος Σπύρος Μαρκατσέλης με καταγωγή από το Λίμποβο (Κρυονέρι) και μονάδα στο Μπογάζι (Δάφνη) στα βόρεια χωριά του νομού Θεσπρωτίας, 8 χιλιόμετρα απ' τους Φιλιάτες, δημιουργεί κρασί από γνωστές ελληνικές και ξένες ποικιλίες, στις πλαγιές του όρους Φαρμακοβούνι, κι έχει αποκτήσει το δικό του φανατικό κοινό.
Πασχίζει όμως και για να βρεθούν και ντόπιες ποικιλίες που εγκαταλείφθηκαν, καθώς πολλές φαίνεται πως είναι ξενικές κι ήρθαν στην περιοχή από ξενιτεμένους. Ας μην ξεχνάμε πως ένα από τα παραδοσιακά επαγγέλματα της περιοχής ήταν η τεχνική δημιουργίας βαρελιών. 
«Φαίνεται ότι μάλλον σ' αυτή την πλευρά της οροσειράς Μουργκάνα καλλιεργούσαν μια τοπική ποικιλία για λευκό κρασί, συγγενική προς την Ντεμπίνα, η οποία καλλιεργείται στη Ζίτσα Ιωαννίνων. Κατά τ' άλλα οι ντόπιοι μιλούσαν και για το ασπρούδι και το μαυρούδι», λέει. Το ωραίο κρασί ήταν η αιτία που συνάδελφοί του από το νοσοκομείο Φιλιατών του πρότειναν να πάει και στην αγορά. 


Δυστυχώς, το πρόβλημα των δικαιωμάτων φύτευσης παραμένει μέχρι σήμερα αγκάθι για τους αμπελουργούς, ακόμη κι αν πρόκειται για ακριτική περιοχή, όπου οι δυνατότητες είναι περιορισμένες. «Δεν γίνεται έτσι δουλειά», λέει ο οινοποιός - οδοντίατρος, που παλεύει από το 1992 για τη μονάδα και μπόλιασε με το μεράκι του και τα παιδιά του. 
Η καλλιέργεια ποικιλιών αμπέλου (Cabernet Sauvignon, Syrah, Merlot, Cabernet Frank, Αγιωργίτικο, Μοσχάτο Αμβούργου) για κόκκινο κρασί και Chardonay, Sauvignon Blanc, Μοσχάτο Bianco, Μοσχάτο Αλεξανδρείας, Toscano, Ασύρτικο, Ντεμπίνα, Σαββατιανό, Ροδίτης για λευκό κρασί καθώς και η οινοποίηση γίνονται απολύτως παραδοσιακά. Η παλαίωση του κρασιού γίνεται σε γαλλικά δρύινα βαρέλια κι η παραγωγή του είναι περιορισμένη. Κρασί με υπέροχα φρουτώδη αρώματα και με αίσθηση δροσιάς, που κέρδισε τις εντυπώσεις και σε διεθνείς διαγωνισμούς. 
Το οινοποιείο «ΓΙΤΑΝΗ» με τους δυο γιους Μαρκατσέλη, Μιχάλη και Αλέξανδρο, που φτιάχνει την τοπική παραγωγή, αναμένεται να επεκτείνει τις δραστηριότητές του. 
Στόχος είναι ώς τον Ιούνιο του 2016 να φυτευθεί αμπελώνας 25 στρεμμάτων, που ήταν κληρονομιά από τον παππού τους, ο οποίος έφυγε μετανάστης στην Αμερική κι αγόρασε το κτήμα μαζί με τον αδερφό του εκείνα τα χρόνια από έναν μουσουλμάνο. Γύρισε την περίοδο της οικονομικής κρίσης γύρω στο '29 και παρ' ότι καταγόταν απ' το Λίμποβο, ένα χωριό που υποφέρει ακόμη και σήμερα από έλλειψη δρόμου, αγόρασε ένα μεγάλο κτήμα στη Δάφνη. 
Ο παππούς Σπυρίδων Μαρκατσέλης, ήδη από το 1912 είχε συμμετοχή και στην απελευθέρωση της Ηπείρου, αφού, σύμφωνα με σημείωμα της «Ηπειρωτικής Εστίας» της εποχής, συνέβαλε με 10.000 λίρες για πολεμοφόδια. 
Αυτό το κτήμα που αγόρασε, όμως, στάθηκε η αιτία για πολλά χρόνια να υπάρχει διένεξη με το τοπικό δασαρχείο κι αλλεπάλληλα δικαστήρια, καθώς σημεία που δεν είχαν φυτευθεί επί χρόνια δασώθηκαν, με αποτέλεσμα, παρά τα σχετικά συμβόλαια, να θεωρείται δασική γη
Κι όσο η μια οικογένεια δυτικόφερνε, τόσο η αείμνηστη Ελένη, σύζυγος του Σπύρου Μαρκατσέλη, εξισορροπούσε τα πράγματα. Η μικροβιολόγος είχε γεννηθεί στην Τασκένδη, από γονείς αντάρτες από την Ηπειρο. 
Η οικογένεια Μαρκατσέλη βγάζει μόλις 2-3 τόνους κρασί, ενώ ο μικρός γιος Αλέξανδρος σπουδάζει γεωπόνος στη Φλωρεντία. Το κρασί πωλείται σε ασκό αλλά ταξίδεψε και στη Λισαβόνα ως πρεσβευτής του λιμανιού της Ηγουμενίτσας.

Θεωρείται ιδιαίτερα αρωματικό κρασί κι έχει κλέψει τις εντυπώσεις από φίλους του οίνου, ενώ συμπεριλαμβάνεται και στην 1η φάση στρατηγικού σχεδιασμού στο επιχειρισιακό πρόγραμμα 2012 του Δήμου Φιλιατών. 

Πηγές

www. el-wikipedia.gr
http://www.mourgana.gr/
www.facebook.com/limpovo

www.romiazirou.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: